Αρχική



Κατάλογοι



Επ. Εκδηλώσεις



Βιβλία



Αρχείο



Επικοινωνία






 

$

  





 

 
Βιοχημικές εξετάσεις αίματος  (συνέχεια)
   
 

Μάθετε ποιές είναι αυτές οι τιμές και τι μπορεί να σημαίνουν οι αποκλίσεις των τιμών για τα ακόλουθα: Αλβουμίνη, Αλκαλική φωσφατάση, Τρανσαμινάση της αλανίνης, Ασπαρτική τρανσαμινάση, Ουρία, Κρεατινίνη, Χολερυθρίνη, Ουρικό οξύ, Χοληστερόλη, Τριγλυκερίδια.

 
 
Χολερυθρίνη (bilirubin) :  0,3 - 1,9 mg/dl
   

Η εξέταση της ολικής και της άμεσης χολερυθρίνης είναι χρήσιμη για τη διερεύνηση και την παρακολούθηση ηπατοχολικών νοσημάτων και αιμόλυσης

   
 
Η χολερυθρίνη παράγεται στα μακροφάγα κύτταρα από τον μεταβολισμό της αιμοσφαιρίνης των γερασμένων ερυθροκυττάρων. Απελευθερώνεται βαθμιαία στο αίμα, όπου συνδέεται με την αλβουμίνη (αν και συνδεδεμένη, αυτή η μορφή χολερυθρίνης ονομάζεται ελεύθερη ή έμμεση). Από την αλβουμίνη αποσυνδέεται τη στιγμή που περνάει τη μεμβράνη των ηπατοκυττάρων.

Στο ήπαρ το μεγαλύτερο μέρος της χολερυθρίνης συνδέεται με γλυκουρονικό οξύ (αυτή η μορφή λέγεται άμεση χολερυθρίνη) και εκκρίνεται στη χολή. Η ολική χολερυθρίνη του πλάσματος είναι το άθροισμα της έμμεσης και της άμεσης μορφής.

Άνοδος της έμμεσης χολερυθρίνης μπορεί να συμβεί όταν ο ρυθμός παραγωγής της υπερβαίνει το ρυθμό σύζευξής της στο ήπαρ. Παρατηρείται στην αιμόλυση, σε διάφορες αναιμίες και στο σύνδρομο Gilbert (κληρονομική δυσκολία σύζευξης της χολερυθρίνης). Επίσης ο φυσιολογικός ίκτερος των νεογνών οφείλεται σε άνοδο της τιμής της έμμεσης χολερυθρίνης (ίκτερος είναι ο αποχρωματισμός του δέρματος και των οφθαλμών λόγω της ανόδου των επιπέδων της χολερυθρίνης στο αίμα πάνω από ~2,5 mg/dl).

Άνοδος της άμεσης χολερυθρίνης μπορεί να συμβεί σε ηπατικά νοσήματα ή σε απόφραξη της χοληφόρου οδού (τα επίπεδά της ανεβαίνουν στο ήπαρ και τελικά διαφεύγουν στο αίμα).

Οι φυσιολογικές τιμές της άμεσης χολερυθρίνης κυμαίνονται μεταξύ 0 - 0,3 mg/dl.

 
 
Ουρικό οξύ (uric acid) :  3,5 - 7,0 mg/dl


Εξέταση χρήσιμη για τη διάγνωση και την παρακολούθηση της ουρικής αρθρίτιδας, της υπέρτασης λόγω εγκυμοσύνης και της θεραπευτικής αγωγής κακοηθών νεοπλασιών.
 
 

 

 
Το ουρικό οξύ είναι το τελικό μεταβολικό προϊόν των πουρινών (δομικών μονάδων του RNA και του DNA). Το μεγαλύτερο μέρος του παράγεται στο ήπαρ και εν συνεχεία απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα μπορεί να προκύψουν όταν υπάρχει σημαντική καταστροφή κυττάρων που περιέχουν πουρίνες ή όταν υπάρχει πρόβλημα απέκκρισής του από τους νεφρούς.

Επειδή το ουρικό οξύ είναι μία χημική ένωση που απελευθερώνεται στο αίμα από κύτταρα που πεθαίνουν, η μαζική καταστροφή καρκινικών κυττάρων (φυσιολογικά ή σαν αποτέλεσμα χημειοθεραπείας), είναι χρήσιμος δείκτης για την παρακολούθηση της θεραπευτικής αγωγής νεοπλασμάτων.

Αύξηση του ουρικού οξέος παρατηρείται επίσης σε ορισμένες ορμονικές και μεταβολικές διαταραχές και σε δίαιτα πλούσια σε πουρίνες.

Τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε πουρίνες είναι συνήθως τροφές πλούσιες και σε πρωτεΐνες. Σε αυτές συγκαταλέγονται πολλές μορφές κρέατος (νεφροί, ήπαρ, πάγκρεας, εγκέφαλος, μύες) από ζώα που αποτελούν συνήθεις διατροφικές επιλογές (μοσχάρι, χοιρινό, αρνί, κουνέλι, κοτόπουλο, γαλοπούλα, πάπια) και ορισμένα ψάρια και θαλασσινά (σαρδέλες, βακαλάος, πέρκα, όστρακα).

Πουρίνες υπάρχουν και σε ποτά όπως η μπύρα και το κρασί, αλλά και σε λαχανικά (σπανάκι, κουνουπίδι, φακές, μανιτάρια, φασόλια κ.α.).

Η υπερουρικαιμία ευνοεί την ανάπτυξη ουρικής αρθρίτιδας σε προδιαθεσικά άτομα. Κατά κανόνα η περιορισμένη διαλυτότητα του ουρικού οξέος στα ούρα δεν αποτελεί πρόβλημα. Υπό ορισμένες όμως συνθήκες όπως όταν τα ούρα είναι πολύ όξινα ή όταν έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο, τότε τα ουρικά άλατα μαζί με τα άλατα του ασβεστίου μπορούν να προκαλέσουν το σχηματισμό λίθων στους νεφρούς ή την κύστη.

Υψηλά επίπεδα ουρικού οξέος μπορεί επίσης να σχετίζονται με οξέωση, αλκοολισμό, διαβήτη, ουρική αρθρίτιδα, υποπαραθυρεοειδισμό, λευχαιμία, νεφρολιθίαση, πολυκυτταραιμία, νεφρική ανεπάρκεια, τοξιναιμία της κυήσεως.

Ορισμένα φάρμακα ανεβάζουν τα επίπεδα του ουρικού οξέος στον οργανισμό (ασπιρίνη, καφεΐνη, διαζοξίδη, διουρητικά, επινεφρίνη, λεβοντόπα, μεθυλντόπα, φαινοδιαζίνες, θεοφυλλίνη). Υπάρχουν όμως και φάρμακα τα οποία προκαλούν μείωση των επιπέδων (κορτικοστεροειδή, οιστρογόνα, γλυκόζη, προβενεσίδη, βαρφαρίνη, αζαθειοπρίνη, αλλοπουρινόλη, κλοφιβράτη).

Μειωμένα επίπεδα εμφανίζονται στο σύνδρομο Fanconi, στη νόσο Wilson και σε δίαιτα φτωχή σε πουρίνες.

 
 
Χοληστερόλη (cholesterol) :  140 - 220 mg/dl
   

Εξέταση χρήσιμη για την εκτίμηση του κινδύνου εκδήλωσης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Συνήθως συνεκτιμάται με την εξέταση των τριγλυκεριδίων και των λιποπρωτεϊνών υψηλής και χαμηλής πυκνότητας.

   
 

Η χοληστερόλη είναι ένα σπουδαίο δομικό συστατικό των μεμβρανών των κυττάρων, είναι απαραίτητη για τη σύνθεση των χολικών οξέων (βοηθούν στην απορρόφηση των λιπαρών τροφών) και ένα μικρό μέρος της συμμετέχει στο σχηματισμό στεροειδών ορμονών. Μεταφέρεται στο αίμα με τις λιποπρωτεΐνες.

Οι λιποπρωτεΐνες διαφέρουν στην πυκνότητα. Υπάρχουν λιποπρωτεΐνες με πολύ χαμηλή πυκνότητα (VLDL), χαμηλή (LDL) και υψηλή (HDL) και το σημαντικότερο είναι ότι υπάρχει διαφορά στο ρόλο και τη σημασία τους.

Οι χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες θεωρούνται ως "κακή" μορφή χοληστερόλης, επειδή προάγουν την αθηροσκλήρωση των αγγείων, ενώ οι υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες θεωρούνται ως "καλή" μορφή χοληστερόλης, επειδή δεν την ευνοούν. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο στις εξετάσεις του αίματος είναι η αναλογία καλής και κακής χοληστερόλης (HDL/LDL). Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή η τιμή, τόσο μειώνεται ο κίνδυνος ανάπτυξης αθηροσκληρώσεως.

Όταν στις εξετάσεις αναφέρεται ως χοληστερόλη, εννοείται το σύνολο των μορφών της. Η σημασία που αποδιδόταν αποκλειστικά σε αυτόν τον δείκτη υποχωρεί και το ενδιαφέρον στρέφεται στους επιμέρους δείκτες HDL, LDL και των τριγλυκεριδίων. Είναι επιθυμητό να υπάρχουν τα εξής ευρήματα :

Ολική χοληστερόλη < 200 mg/dl
HDL > 40 mg/dl
LDL < 160 mg/dl

Ανεβασμένες τιμές χοληστερόλης συναντώνται όταν η δίαιτα είναι πλούσια σε τροφές που την περιέχουν, κατά την εγκυμοσύνη, στην οικογενή υπερλιπιδαιμία, σε ανεξέλεγκτο διαβήτη, στη χολική κίρρωση του ήπατος, στο νεφρωσικό σύνδρομο και στον υποθυρεοειδισμό.

Χαμηλά επίπεδα χοληστερόλης μπορεί να οφείλονται σε υπερθυρεοειδισμό, ηπατικά νοσήματα, σιδηροπενική αναιμία, κακή θρέψη ή δυσκολία απορρόφησης των θρεπτικών συστατικών από το έντερο.

Τα επίπεδα της χοληστερόλης επηρεάζονται από τη λήψη διαφόρων φαρμάκων. Μεταξύ αυτών που ανεβάζουν τα επίπεδά της είναι τα αντισυλληπτικά, τα κορτικοστεροειδή, τα στεροειδή αναβολικά, οι β-αδρενεργικοί αναστολείς, η επινεφρίνη, τα θειαζιδικά διουρητικά, οι σουλφοναμίδες και η φαινυτοΐνη. Μείωση προκαλούν οι αναστολείς της ΜΑΟ, τα νιτρικά, η καπτοπρίλη, η κλοφιβράτη, η λοβαστατίνη, η κολχικίνη, η αλλοπουρινόλη, η ερυθρομυκίνη, η νεομυκίνη και η ισονιαζίδη.

 
 
Τριγλυκερίδια (triglycerides) :  20 - 160 mg/dl
   

Εξέταση χρήσιμη για την εκτίμηση του κινδύνου ανάπτυξης καρδιαγγειακών νοσημάτων, την απορρόφηση και τον μεταβολισμό των λιπών.

   
 

Τα τριγλυκερίδια αποτελούν μορφή λιπιδίων που χρησιμεύει για την μεταφορά των λιπαρών οξέων στο αίμα. Τα λιπαρά οξέα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή και την αποθήκευση ενέργειας.

Τα τριγλυκερίδια συναντώνται στο αίμα για 2-3 ώρες μετά από τη λήψη ενός λιπαρού γεύματος, με τη μορφή των χυλομικρών (μεγαλομοριακά συμπλέγματα που περιέχουν 90% τριγλυκερίδια, 4% εστέρες χοληστερόλης, 3% χοληστερόλη, 2% φωσφολιπίδια και 1% πρωτεΐνη). Τις υπόλοιπες ώρες συναντώνται με τη μορφή των πολύ χαμηλής έως χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών που παράγονται από το ήπαρ και τα κύτταρα του εντερικού βλεννογόνου.

Όταν οι τιμές των τριγλυκεριδίων είναι αυξημένες, ακόμα κι αν υπάρχουν χαμηλές τιμές LDL (κακής χοληστερόλης) και υψηλές HDL (καλής χοληστερόλης), συνιστούν κίνδυνο για την ανάπτυξη αθηροσκληρώσεως.

Υψηλές τιμές τριγλυκεριδίων συναντώνται στον ανεξέλεγκτο διαβήτη, τον υποθυρεοειδισμό, την κίρρωση του ήπατος, το νεφρωσικό σύνδρομο, την παγκρεατίτιδα, την οικογενή υπερλιποπρωτεϊναιμία, τον αλκοολισμό, τη διατροφή με πολλούς υδατάνθρακες και λίγες πρωτεΐνες, τη λήψη αντισυλληπτικών και κορτικοστεροειδών φαρμάκων.

Χαμηλές τιμές συναντώνται στον υπερθυρεοειδισμό, στον υποσιτισμό, τη δίαιτα που είναι χαμηλή σε λιπαρά και σε προβλήματα απορρόφησης των λιπών.

 
   
 


 



 

   

copyright © Odontiatriki.gr :  2000-2007

Ημερομηνία αρχικής δημοσίευσης 21 Μαρτίου 2003
Ημερομηνία τελευταίας επεξεργασίας 1 Οκτωβρίου 2007
All rights reserved. No part of this website may be reproduced, in any form or by any means,
without permission in writing from the webmaster