|

|
|
Αρχική
|
|
 |
|
Κατάλογοι |
|
 |
|
Επ. Εκδηλώσεις
|
|
|
|
Βιβλία
|
|
 |
|
Αρχείο |
|
 |
|
Επικοινωνία
|
|
|
| $ |
 |
|
|
|
|
| |
|
|
Βιοχημικές εξετάσεις αίματος
|
| |
|
| |
Οι θεωρούμενες ως φυσιολογικές τιμές στις εξετάσεις
αίματος ποικίλουν ανάλογα με το βιοχημικό εργαστήριο που
τις διεξάγει και για το λόγο αυτό αναφέρονται στα
αποτελέσματα που παραδίδονται στον ασθενή, για να
χρησιμοποιηθούν ως τιμές αναφοράς.
Εάν έχετε στα χέρια σας εξετάσεις από συγκεκριμένο
εργαστήριο, δεχθείτε ως φυσιολογικές τιμές, τις τιμές
που δίδει το εργαστήριο.
Οι τιμές που παραθέτουμε στη συνέχεια ως φυσιολογικές,
βασίζονται στην
Medline Plus (την ιατρική
εγκυκλοπαίδεια της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ιατρικής και
του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας των ΗΠΑ).
Μάθετε ποιές είναι αυτές οι τιμές και τι μπορεί να
σημαίνουν οι αποκλίσεις των τιμών για τα ακόλουθα:
Αλβουμίνη,
Αλκαλική φωσφατάση,
Τρανσαμινάση της
αλανίνης,
Ασπαρτική τρανσαμινάση,
Ουρία,
Κρεατινίνη,
Χολερυθρίνη,
Ουρικό οξύ,
Χοληστερόλη,
Τριγλυκερίδια.
|
| |
|
|
Αλβουμίνη (albumin) : 3,4 - 5,4
g/dl
|
| |
|
|
Εξέταση χρήσιμη για να εκτιμηθεί ο βαθμός ενυδάτωσης του οργανισμού, η
διατροφική κατάσταση, η ύπαρξη νοσημάτων που εκδηλώνονται με απώλεια πρωτεϊνών,
καθώς και νοσημάτων του ήπατος.
|
| |
|
| |
Η αλβουμίνη είναι η πλέον άφθονη πρωτεΐνη στο πλάσμα
του αίματος. Αποτελεί περίπου το 60% του συνόλου των πρωτεϊνών του
πλάσματος. Σχετίζεται με τη μεταφορά πολλών μικρών μορίων και διαφόρων φαρμάκων στο αίμα. Είναι επίσης σημαντική για τη διατήρηση της οσμωτικής πίεσης μέσα στο δίκτυο των αγγείων. Συντίθεται στο ήπαρ.
Μειωμένα επίπεδα μπορεί να σχετίζονται με :
- Μειωμένη σύνθεση (σε ηπατικά νοσήματα, διατροφή φτωχή σε πρωτεΐνες,
προβλήματα απορρόφησης)
- Αυξημένη απώλεια (σε νοσήματα των νεφρών που επιτρέπουν την διαφυγή
της στα ούρα, νοσήματα του γαστρεντερικού που επιτρέπουν την απώλεια
πρωτεϊνών, εκτεταμένα εγκαύματα)
- Αυξημένο καταβολισμό (σε θυρεοτοξίκωση, χημειοθεραπεία καρκίνου,
νόσημα Cushing, οικογενή υποπρωτεϊναιμία)
|
| |
Αυξημένα επίπεδα παρατηρούνται στην αφυδάτωση.
|
| |
|
|
Αλκαλική φωσφατάση (alkaline phosphatase, ALP) :
44 - 147 IU/L
|
|
|
|
Εξέταση χρήσιμη για τη διερεύνηση ηπατοχολικών νοσημάτων και νοσημάτων των οστών.
|
| |
|
| |
|
| |
Η αλκαλική φωσφατάση είναι ένα ένζυμο που υπάρχει
με μικρές διαφορές στη δομή (ισοένζυμα) στα κύτταρα όλων των ιστών. Σε
υψηλότερες συγκεντρώσεις βρίσκεται στο ήπαρ, στους χοληφόρους πόρους, στα
οστά, στο έντερο και στον πλακούντα.
Αν υπάρχει νόσημα σε αυτούς τους ιστούς τότε αυξάνεται η σύνθεση και η
απελευθέρωσή της στο αίμα. Υπάρχει διακύμανση ανάλογα με το φύλο, την
ηλικία, τη λήψη ορισμένων φαρμάκων και άλλους παράγοντες. Ο προσδιορισμός
του αυξημένου ισοενζύμου, όποτε είναι εφικτός, βοηθά στον εντοπισμό του
ιστού που νοσεί.
Συνήθως ανεβασμένες τιμές της συναντώνται σε :
- Νοσήματα των οστών (είναι δείκτης σύνθεσης οστίτη ιστού)
- Νοσήματα του ήπατος (επειδή συχνά συνδέεται με παθήσεις του
χοληφόρου συστήματος αναφέρεται και ως χολοστατικό ένζυμο)
- Αναιμία
- Λευχαιμία
- Υπερπαραθυρεοειδισμό
- Φυσιολογικές καταστάσεις (περίοδος σκελετικής ανάπτυξης, εγκυμοσύνη)
|
| |
Χαμηλότερες των φυσιολογικών τιμών συναντώνται συνήθως στην ασιτία και τις
αβιταμινώσεις.
|
| |
|
|
Τρανσαμινάση της αλανίνης (alanine transaminase, ALT, SGPT) :
6 - 59 IU/L
|
|
|
|
Εξέταση χρήσιμη για την ανίχνευση και την παρακολούθηση ηπατικών νοσημάτων.
|
| |
|
| |
Τα ένζυμα που λέγονται τρανσαμινάσες (ή αμινοτρανσφεράσες) επιτρέπουν την
ανακατανομή των αμινομάδων μεταξύ των διαφόρων αμινοξέων και επομένως την
μεταβολή του μίγματος των αμινοξέων μέσα στα κύτταρα. Η τρανσαμινάση της
αλανίνης μαζί με την ασπαρτική τρανσαμινάση είναι από τα πλέον ευαίσθητα και
ευρέως χρησιμοποιούμενα ένζυμα για αξιολόγηση.
Η τρανσαμινάση της αλανίνης είναι ένα ένζυμο το οποίο παίρνει μέρος στο
μεταβολισμό του αμινοξέος αλανίνη. Υπάρχει στα κύτταρα πολλών ιστών, αλλά σε
υψηλότερες συγκεντρώσεις βρίσκεται στο ήπαρ.
Υπάρχει διακύμανση των επιπέδων της ανάλογα με το φύλο, την ηλικία και
άλλους παράγοντες. Συνήθως ανεβασμένες τιμές της συναντώνται όταν υπάρχει
ηπατικό νόσημα, οπότε απελευθερώνεται από τα ηπατικά κύτταρα και περνάει στο
αίμα. Θεωρείται ως σχετικά ειδικός δείκτης της καταστάσεως του ήπατος.
|
| |
|
|
Ασπαρτική τρανσαμινάση (aspartate transaminase, AST, SGOT) :
10 - 34 IU/L
|
| |
|
|
Εξέταση χρήσιμη για την ανίχνευση και την παρακολούθηση της εξέλιξης ηπατικών
νοσημάτων
|
| |
|
| |
Η ασπαρτική τρανσαμινάση υπάρχει σε υψηλές συγκεντρώσεις στο μυοκάρδιο,
στους σκελετικούς μύες, στο ήπαρ και σε μικρότερες συγκεντρώσεις σε άλλους
ιστούς. Όταν τα κύτταρα αυτών των ιστών υφίστανται βλάβη, η
AST απελευθερώνεται στο αίμα.
Σε αντίθεση με την τρανσαμινάση της αλανίνης, οι ανεβασμένες τιμές της
AST δεν αποτελούν εξειδικευμένο δείκτη ηπατικού
νοσήματος. Χρησιμοποιείται για τη διάγνωση και την παρακολούθηση της πορείας
των ηπατικών νοσημάτων σε συνδυασμό με άλλα ένζυμα (ALT,
ALP) και με τη χολερυθρίνη.
Χρησιμοποιείται επίσης για την παρακολούθηση ασθενών με έμφραγμα (οι τιμές
της φτάνουν στο μέγιστο μετά από 48 ώρες) και είναι ανάλογες με την έκταση
της νεκρώσεως και τη σοβαρότητα του εμφράγματος, αλλά είναι ένζυμο λιγότερο
ειδικό από τα ισοένζυμα της κρεατινοφωσφοκινάσης (CPK)
και της γαλακτικής δεϋδρογονάσης (LDH).
Τα επίπεδα των τιμών των αμινοτρανσφερασών δεν συμβαδίζουν με την έκταση της
βλάβης και την πρόγνωση του ηπατικού νοσήματος. Συνήθεις αιτίες μέτριας
αύξησης αποτελούν καταστάσεις που προκαλούν λιπώδη εκφύλιση του ήπατος
(κατάχρηση οινοπνεύματος, σακχαρώδης διαβήτης, παχυσαρκία).
Αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφερασών μπορούν να προκύψουν και από τη λήψη
φαρμάκων που χρησιμοποιούνται ευρέως (ασπιρίνη, ακεταμινοφαίνη,
ιβουπροφαίνη, αντισπασμωδικά, αντιβιοτικά μεταξύ των οποίων οι
τετρακυκλίνες, οι σουλφοναμίδες, η ισονιαζίδη κ.α., καρδιαγγειακά φάρμακα,
τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά κλπ)
Επίσης αυξημένα επίπεδα AST μπορεί να σχετίζονται
με οξεία αιμολυτική αναιμία, οξεία παγκρεατίτιδα, οξεία νεφρική ανεπάρκεια,
λοιμώδη μονοπυρήνωση, πολυτραυματισμό, μυϊκά νοσήματα, σοβαρά εγκαύματα.
Επίπεδα αμινοτρανσφερασών (ALT και
AST) διπλάσια από τις υψηλότερες φυσιολογικές τιμές, έως και μερικές
εκατοντάδες μονάδες / λίτρο συναντώνται σε εξετάσεις ρουτίνας σε υγιείς
ανθρώπους και δεν θα πρέπει η εκτίμησή τους να γίνεται χωρίς να λαμβάνεται
υπόψη ολόκληρη η κλινική εικόνα. Η αξιολόγηση θα πρέπει να είναι έργο
εξειδικευμένων γιατρών.
|
| |
|
|
Ουρία (Urea, Blood Urea Nitrogen, BUN) : 7 - 20 mg/dl
|
| |
|
|
Εξέταση χρήσιμη για τη διερεύνηση της νεφρικής λειτουργίας
|
| |
|
| |
Η ουρία είναι τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πρωτεϊνών. Συντίθεται στο
ήπαρ και από εκεί περνάει στο αίμα και απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Τα
επίπεδά της στο αίμα αποτελούν κατά κύριο λόγο ένδειξη της νεφρικής
λειτουργίας, επειδή τα περισσότερα νεφρικά νοσήματα επηρεάζουν την απέκκρισή
της.
Υψηλές τιμές παρατηρούνται σε :
- Νεφρικά νοσήματα
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Shock
- Αφυδάτωση
- Γαστρορραγία
- Λήψη φαρμάκων που ανταγωνίζονται την απέκκρισή της από τους νεφρούς
μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται πολλά αντιβιοτικά, αναλγητικά και
καρδιαγγειακά φάρμακα
|
| |
Χαμηλές τιμές ενδέχεται να σχετίζονται με ηπατικά
νοσήματα, ασιτία, δίαιτα φτωχή σε πρωτεΐνες, υπερυδάτωση.
|
| |
|
|
Κρεατινίνη (creatinine) : 0,8 - 1,4 mg/dl
|
| |
|
|
Εξέταση χρήσιμη για
την ανίχνευση μειωμένης νεφρικής λειτουργίας
|
| |
|
| |
Η κρεατινίνη είναι μεταβολικό προϊόν της κρεατίνης, η οποία βρίσκεται σε
αφθονία στους μυς και χρησιμοποιείται ως σημαντική πηγή ενέργειας για τη
λειτουργία τους. Η ημερήσια παραγωγή της εξαρτάται από τη μυϊκή μάζα του
ατόμου (γι αυτό και είναι μικρότερη στις γυναίκες) και η διακύμανσή της
είναι πολύ μικρή.
Η κρεατινίνη αποβάλλεται από τους νεφρούς και η μέτρηση των επιπέδων της στο
αίμα χρησιμοποιείται για να εκτιμηθεί η νεφρική λειτουργία. Μαζί με την
ουρία είναι οι δύο σημαντικότεροι δείκτες λειτουργίας των νεφρών.
Υψηλές τιμές μπορεί να προκύψουν σε :
- Προνεφρικά προβλήματα (υπόταση, υποογκαιμία)
- Νεφρικά προβλήματα
- Μετα-νεφρικά προβλήματα (πχ. απόφραξη του κατώτερου ουροποιητικού
συστήματος)
- Ορμονικές διαταραχές (μεγαλακρία, υπερθυρεοειδισμός)
|
| |
Μειωμένα επίπεδα μπορεί να παρατηρηθούν σε καταστάσεις
απίσχνανσης των μυών και την εγκυμοσύνη. Ορισμένα φάρμακα και ουσίες
επηρεάζουν το χρωματομετρικό σύστημα που χρησιμοποιείται για τη μέτρησή της.
|
| |
|
| |
|
|
|
| |

|
| |
|
|
|
|
|
|